Κώστας Ταχτσής “Δεν ντρέπομαι”

Μια μέρα θα με πουν φακίρη
μεσ’ απ’ το στήθος μου έβγαλα κόκκινα περιστέρια
μεσ’ απ’ τα μάτια μου καπνό
πέρασα ξίφη στα όνειρά μου
διέπραξα κλοπές δι’ υποβολής
από αγάπη, σας τ’ ορκίζομαι, από τύψεις ίσως
μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο
εκείνον ευγενή κι ομοφυλόφιλο
εμένα πονηρό απλώς
θα με πουν οχιά: ένα κοινό προδότη
εμπρηστή!
οι τίμιοι συμπολίτες μου
θα ‘ρθουν και θα κοπρίσουνε στον τάφο μου (εικονικόν)
μα τα παιδιά τους – α, οι έφηβοι!
αυτοί θα μ’ αναστήσουνε, και θα με πούνε ποιητή
ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ.

Κώστας Ταχτσής, (1927-1988)

 

Σαν σήμερα 8 Οκτωβρίου του 1927 γεννήθηκε ο ποιητής και συγγραφέας, Κώστας Ταχτσής. Μία αναμφισβήτητα έντονη προσωπικότητα με καυστική γραφή και πολυτάραχη ζωή. Ένα θέμα που επαναλαμβάνεται στα ύστερα κείμενα του Ταχτσή είναι η ομοφυλοφιλία του, που άλλοτε την αποδέχεται και άλλοτε τη θεωρεί σαν μόνιμη κατάρα. Σχετικά με αυτό είχε αναφέρει σε συνέντευξή του, στο περιοδικό Κράξιμο ότι“ο ομοφυλόφιλος έρωτας έχει μια ποιητικότητα, αν θέλεις, ακριβώς επειδή δεν οδηγεί πουθενά. Εχει μια τραγική διάσταση. Ακριβώς γιατί ούτε παιδί γεννιέται, ούτε η κοινωνία πρόκειται ποτέ να τον αναγνωρίσει”.

Από την ηλικία των επτά ετών έζησε με τη γιαγιά του στην Αθήνα, καθώς οι γονείς του χώρισαν και ανέλαβε εκείνη την ανατροφή του. Ακολούθησαν σπουδές τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, αφού φοίτησε μόνο δύο χρόνια και μετά ο στρατός στον οποίο έλαβε βαθμό υπολοχαγου. Τη ζωή του και τις σκέψεις του στοίχειωνε πάντα ο θάνατος του αδελφού που δε γνώρισε ποτέ, γιατί είχε πεθάνει πριν τη γέννηση του Ταχτσή. Ταξίδεψε στην Αγγλία, μπάρκαρε ως καμαρότος στη Γερμανία και επιστρέφοντας στην Αθήνα, εργάστηκε και ώς βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία “Το παιδί και το δελφίνι.” Στη πορεία ταξίδεψε στην Αυστραλία όπου δούλεψε ως σιδηροδρομικός υπάλληλος και γυρίζοντας στην πίσω Αθήνα αποφάσισε να κάνει το γύρο της Ευρώπης με μια βέσπα. Στη διάρκεια της περιοδείας του ξεκίνησε το έργο που τον κατέστησε ως πρωτοπόρο συγγραφέα της νεοελληνικής λογοτεχνείας και τον έκανε γνωστό παγκοσμίως, “Το Τρίτο Στεφάνι”. Ένα έργο που εκδόθηκε με δικά του έξοδα και ενώ αρχικά δε βρήκε ανταπόκριση, σε επανέκδοσή του το 1970 έσπασε τα ταμεία. Μεγαλώνοντας με τη γιαγιά του, αυτοβιογραφικά στοιχεία δε μπορούσαν να λείπουν από το δημιούργημα του Ταχτσή, ο οποίος είχε δηλώσει πως η Εκάβη, μία από τις πρωταγωνιστριες του έργου, ήταν εκείνη.

Ο Κώστας Ταχτσής, στον πρόλογο της συλλογής του “Καφενείο το “Βυζάντιο” και άλλα ποιήματα” (1980), απάνθισμα των ποιημάτων του, όπως τη χαρακτηρίζει, ομολογεί ότι τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν όταν ήταν πολύ νέος. Θεωρεί μάλιστα ότι “αυτά ήταν λιγότερο “ποίηση”, και περισσότερο μια, οσοδήποτε προσωπική, κραυγή διαμαρτυρίας”. Από το περιεχόμενο κάποιων ποιημάτων του, φαίνεται ότι η υποδοχή του ως ποιητή, από το σινάφι των ποιητών, δεν ήταν και τόσο ενθουσιώδης. Αναφέρει μάλιστα, χαρακτηριστικά, ότι οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι δεν είναι γεννημένος ποιητής, ενώ ένας φίλος τού είχε πει ότι ακόμη και τα “καλά” του ποιήματα, είναι χειρότερα από τα κακά ποιήματα ενός γεννημένου ποιητή.
Αλλά και ο ίδιος, ωστόσο, φαίνεται ότι δεν τρέφει τα καλύτερα αισθήματα για την ποίηση και προπάντων για τους ποιητές: “Η ποίηση φίλε πέθανε”, ή “Μια προσευχή μια προσευχή για να βρεθεί ένα ποίημα”, ή “Φοβού τους ποιητάς και ποίησιν φέροντας”, ή “Μάθετε νʼ αποφεύγετε τους διανοούμενους”. Για τον Ταχτσή προείχε η ζωή: “Θʼ ανάψω τη ζωή μου και θα κάψω τα βιβλία”, ή “Η ποίηση της ποίησης την ποίηση τη ζωή σας αυτή τι την κάνατε;”, ή “Εγώ πηγαίνω τώρα στη ζωή στον Ιλισό να πιω τις σκέψεις μου πιο καθαρές”. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια και την ολιγογραφία του.

Ο Κώστας Ταχτσής βρέθηκε στραγγαλισμένος στο διαμέρισμα του στον Κολωνό, τον Αύγουστο του 1988 και η αστυνομία δεν κατάφερε να λύσει ποτέ το μυστήριο του θανάτου του. Ο συγγραφεας, που είχε ειδωθεί από γείτονα να μπαίνει σπίτι του με κάποιο νεαρό, βρέθηκε ξαπλωμένος σε πλάγια στάση και φορούσε γυναικεία περούκα, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές, αν το συμβάν ήταν ατύχημα από στιγμή πάθους ή κεκαλυμμένο έγκλημα για να του κλείσουν το στόμα, καθώς εκείνο τον καιρό έγραφε τη βιογραφία του ξεσκεπάζοντας αποκαλυπτικά μυστικά εξεχόντων, γνωστών προσώπων της κοινωνίας. Άλλωστε ο λόγος του ήταν καυστικός και είχε πλέον αποφασίσει να μιλήσει. Δεν έλειψε στιγμή το ήθος από κείνον όσα και αν του καταλόγισαν, όσα και αν βίωσε, ότι και αν είχε επιλέξει.

 

Μια βόλτα με τον Κώστα Ταχτσή στη γειτονιά των παιδικών του χρόνων, το Μεταξουργείο.

 

Πηγές: Βικιπαιδεία, poiein.gr